Search
  • Prodromakis

Τα μουσικά μας όργανα

Updated: Sep 18, 2020




Λαούτο:

Σύντομη περιγραφή : Το λαούτο είναι  έγχορδο όργανο και αποτελείται βασικά από ένα μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο που καταλήγει σε ένα μακρύ βραχίονα  ο οποίος  χωρίζεται με κινητές  υποδιαιρέσεις, τους μπερντέδες. Το ηχείο στην πίσω πλευρά είναι κυρτό φτιαγμένο με λεπτές ξύλινες λωρίδες τις ντούγιες ενώ στην μπροστινή  σκεπάζεται από λεπτό ξύλινο καπάκι που στο κέντρο του  υπάρχει ένα στρογγυλό άνοιγμα η ροδάντζα συχνά διακοσμημένη με ξύλινο γλυπτό αραβούργημα Πάνω στο καπάκι  βρίσκεται κολλημένος  ο καβαλάρης , ένα λεπτό κομμάτι από σκληρό ξύλο για τη στήριξη των χορδών από τη μία  άκρη, ενώ απ ΄ την άλλη αυτές  στηρίζονται στο άκρο του βραχίονα  τον καράβολα, εκεί όπου βρίσκονται και  τα κλειδιά για το κούρντισμα. ΄Εχει  τέσσερα ζευγάρια  μεταλλικές χορδές και παίζεται με πένα.

Ονομασία:   Όργανα που μοιάζουν με   το ελληνικό λαούτο τα συναντάμε στη Δυτική Ευρώπη με τη γενική ονομασία  lute(λιούτ) ενώ στην Ελλάδα ανάλογα με την περιοχή είναι γνωστό και ως λαγούτο ή λαβούτο. Την προέλευση της ονομασίας του άλλοι την  αποδίδουν στο αραβικό al  oud   που σημαίνει ξύλο και άλλοι στο κούρδισμα σελα και ουτ(σημερινό ντο) των δύο διπλών χορδών που είχε παλιότερα .

Ιστορία: Η ιστορία των οργάνων της οικογένειας του λαούτου ξεκινάει από την 3η χιλιετία π.Χ στη Μεσοποταμία. Στον ελλαδικό χώρο το πρώτο όργανο αυτού του τύπου που συναντάμε είναι το  αρχαιοελληνικό τρίχορδο, η πανδούρα  όπως την έλεγαν . Από την πανδούρα προήλθε ο ταμπουράς και μια παραλλαγή του ταμπουρά που διαμορφώθηκε γύρω στο 17ο αιώνα είναι το ελληνικό λαούτο. Στο λαούτο διατηρήθηκε το μακρύ χέρι με τις κινητές υποδιαιρέσεις που είχε ο ταμπουράς ,  όμως το μικρό στρογγυλό  ηχείο αντικαταστάθηκε από άλλο αχλαδόσχημο και βασικά πολύ  μεγαλύτερο με στόχο την αύξηση του όγκου και της έντασης του ήχου. Είναι πάρα πολλές οι απεικονίσεις μορφών λαούτου σε αγιογραφίες ,τοιχογραφίες, μικρογραφίες και λαϊκές ζωγραφιές. καθώς και οι αναφορές σ΄ αυτό  στη λογοτεχνία. και ειδικότερα στην ποίηση και το τραγούδι. Στο   έπος του Διγενή Ακρίτα,   τα ακριτικά τραγούδια και τα βυζαντινά χειρόγραφα , στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου και φυσικά στο δημοτικό τραγούδι το λαούτο προβάλλεται ως το μουσικό όργανο που είτε μόνο του είτε ως συνοδευτικό της φωνής μπορεί να εκφράσει τα λεπτότερα και ευγενέστερα συναισθήματα του ανθρώπου.               * Ηπαιρνε το λαγούτον του και σιγανά επορπάτει κι εχτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι *   

   ( Ερωτόκριτος 17ος αι.)


Το λαούτο σήμερα :Η δυσκολία  που έχει το λαούτο στο παίξιμο και στο κράτημά του, και η ακριβή αγορά του, οδήγησαν σιγά  σιγά στην αντικατάστασή του από την ευκολόπαιχτη και φτηνή κιθάρα.<< …η κιθάρα όμως αλλοιώνει εντελώς το μουσικό ύφος του δημοτικού μέλους. Του προσδίνει με το γλυκερό της ύφος και τη διαφορετική  τεχνική της ένα ψευδορρομαντικό ύφος, χαρακτηριστικά άγνωστο στη γνήσια δημοτική μελωδία και το παραδοσιακό παίξιμο του ΄Έλληνα λαϊκού μουσικού . Αν στο λαούτο χρειάζεται προσπάθεια τεχνικά για να παίξει κανείς συγχορδίες δυτικού τύπου η κιθάρα τις επιβάλλει ολοκληρωτικά με αποτέλεσμα τα δημοτικά μας τραγούδια να χάνουν το χρώμα τους και να αποκτούν ύφος ιταλιανίζουσας καντάδας…>> λέει χαρακτηριστικά ο Φοίβος Ανωγειανάκης στο μνημειώδες έργο του τα<< Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά ΄Οργανα>>. Και τι να πει κανείς για τις ηλεκτρικές κιθάρες και τα αρμόνια με τις τζαζ –ροκ συγχορδίες και τους θορυβώδεις ενισχυτές  που ισοπεδώνουν ότι έχει απομείνει… Για να μην γίνει η αλλοιωμένη και παραποιημένη μορφή της παραδοσιακής μας μουσικής  με τη συχνή προβολή της συνείδηση και κατεστημένη αισθητική και τελικά χάσουμε άλλο ένα κομμάτι πολιτισμού αμαχητί, πρέπει πέρα από τις μεμονωμένες προσπάθειες των διαφόρων συλλόγων η ίδια η πολιτεία  να φροντίσει για την οργανωμένη   διδασκαλία και εκμάθηση σπάνιων παραδοσιακών οργάνων όπως το λαούτο κυρίως στην επαρχία, όπου ενώ υπάρχει πολλές φορές η θέληση, δεν υπάρχει η ανάλογη δυνατότητα. Σάκης Παπαδημητρίου Φιλόλογος, μουσικός, υπ.διδάκτωρ φιλοσοφίας Παν/μίου Πατρών, υπεύθυνος Μουσικού Εργαστηρίου Αιγίου

Βιβλιογραφία: « Τα ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα» Φοίβος Ανωγειανάκης, Αθήνα, 1976 «Ελληνικά μουσικά όργανα»,Σταύρος Καρακάσης, Αθήνα ,1970 «Παραδοσιακά μουσικά όργανα», Ross Daly   ,Πάτρα 1994 (http://www.mousikoergastiri.gr/laouto.htm 20/03/2013) Βιολί: Το βιολί εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα ως εξέλιξη του μεσαιωνικού Φιντλ (αγγλ. fiddle), του ιταλικού Λύρα ντα μπράτσο (ιταλ. lira da braccio) και του Ρεμπέκ. Τη σημερινή μορφή του την πήρε κυρίως στην Ιταλία, όπου μεγάλες οικογένειες κατασκευαστών όπως οι Αμάτι, Γκουαρνέρι και Στραντιβάριους, δημιούργησαν θαυμάσιας ακουστικής όργανα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται αξεπέραστα. Το βιολί μαζί με το λαούτο, ειναι τα δύο βασικά όργανα στην Κυπριακή παραδοσιακή μουσική όπου διατηρότανε με παραδοσιακό τρόπο και μεταδιδόταν πρακτικά από το δάσκαλο στο μαθητή πάνω στο βιολί με το αυτί (δια της ακοής). Την παλιά εποχή, όταν ένας νέος ήθελε να γίνει επαγγελματίας «βιολάρης», πήγαινε στο «μάστρο». Ο μάστρος, μετά από μια δοκιμή που του έκανε, σε ό,τι αφορά τη φωνή του αλλά προ παντός το μουσικό του αυτί, ή τον απεθάρρυνε ή τον έπαιρνε για μαθητή και άρχιζαν τα μαθήματα, όπου η παράδοση γινότανε με υποδείξεις από το δάσκαλο πάνω στο βιολί και απομίμηση τούτων από το μαθητή. Τα μουσικά κομμάτια παίζονταν φράση προς φράση από το δάσκαλο και επαναλαμβάνονταν από το μαθητή μέχρι τέλειας εκμάθησης. Μετά την παράδοση, ο μαθητής πήγαινε σπίτι να εξασκηθεί καλά πάνω σε ό,τι του είχε παραδοθή και την επομένη μέρα επέστρεφε στο μάστρο για να συνεχίσει το μάθημα. Με αυτό τον τρόπο, μέσα σε ένα χρόνο ένας καλός μαθητής έπρεπε να κατέχει την αναγκαία τεχνική του βιολιού και ένα αρκετά μεγάλο μέρος του κυπριακού μουσικού ρεπερτορίου. Αν στο στάδιο αυτό ο μάστρος έκρινε ότι ο μαθητής του ξεχωρίζει αρκετά για να μπορεί να «κάμνει γάμον», τον έστελλε να εργασθεί για λογαριασμό του, δίνοντας και σ’ αυτόν ένα μέρος των κερδών. Στο μεταξύ όμως ο μαθητής συνέχιζε τα μαθήματα με τον ίδιο τρόπο, πότε εργαζόμενος για εξάσκηση και πότε διδασκόμενος, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις του που παρατηρούσε κατά τη διάρκεια της εργασίας στα διάφορα χωριά και για τις οποίες έπαιρνε σημείωση για ό,τι τυχόν του ζητούσαν και δεν το κατείχε. Ενας καλός βιολάρης τότε, άξιος του ονόματός του και αντάξιος του «δασκάλου» του, έπρεπε να κατέχει ολόκληρο το κυπριακό λαϊκό μουσικό ρεπερτόριο, και θεωρούσε προσβολή να βρεθεί χωρικός ή οποιοσδήποτε θαμώνας να του ζητήσει να παίξει κάτι, ένα «σκοπό», και να μη γνωρίζει την εκτέλεσή του.

41 views0 comments

Recent Posts

See All